Ευέλικτες Μορφές Απασχόλησης

Ο βαθμός διείσδυσης των ευέλικτων μορφών απασχόλησης στην Ελλάδα

Παρά την ύπαρξη ευνοϊκού θεσμικού πλαισίου για τη διάδοση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης (βλ. ν. 1892/1990, ν.2639/1998, ν.2874/2000, ν.2956/2001, ν.3174/2003 και ν.3250/2004), στην Ελλάδα οι συνηθέστερες μορφές ευελιξίας στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας παραμένουν η υπερωριακή απασχόληση, οι βάρδιες, η εποχιακή απασχόληση, η υπεργολαβία και το φασόν, ενώ στον δημόσιο τομέα επικρατούν οι υπερωρίες και οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Οι νέες
μορφές ευέλικτης απασχόλησης έχουν από ελάχιστη έως μηδαμινή διείσδυση στην ελληνική αγορά εργασίας. Συγκεκριμένα:

  • Η μερική απασχόληση κινείται σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα –και μάλιστα με ελαφρά πτωτική τάση- συγκριτικά με τις περισσότερες χώρες της Ε.Ε. και ανέρχεται μόλις στο 4.6% της συνολικής απασχόλησης (7.9% στις γυναίκες και 2.6% στους άνδρες), σε αντίθεση με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο που ανέρχεται στο 17.9% (6.3% στους άνδρες και 33.5% στις γυναίκες).
  • Η διαμοιραζόμενη εργασία (job sharing), μορφή αρκετά διαδεδομένη στην Ε.Ε., δεν υφίσταται στην Ελλάδα, ενώ περιορισμένη έκταση έχουν και η εργασία κατά ζήτηση (labour on call), όπως και η εναλλασσόμενη εργασία(κυρίως στις αεροπορικές εταιρείες).
  • Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας του ΙΝΕ ΓΣΕΕ- ΑΔΕΔΥ, η χρήση της τηλεργασίας εκδηλώνεται περιορισμένα, αφού μόλις το 1,1% των επιχειρήσεων την υιοθετεί. Επιπλέον, εκεί που καταγράφονται πρακτικές τηλεργασίας παρουσιάζεται και διαφοροποίηση ως προς το περιεχόμενο της απασχόλησης, δηλαδή οι μισές επιχειρήσεις συνδέουν την τηλεργασία με τη μισθωτή απασχόληση και οι άλλες μισές με την εργολαβία και την αυτοαπασχόληση. Η Ελλάδα, της οποίας το μεγαλύτερο μέρος καταλαμβάνεται από νησιωτικές και ορεινές περιοχές, είναι ίσως το ιδανικό έδαφος για την εφαρμογή και ανάπτυξη της τηλεργασίας. Αυτό συμβαίνει γιατί η νέα αυτή μορφή απασχόλησης μεταφέρει την εργασία στον χώρο διαμονής των εργαζομένων, μειώνοντας τις δυσκολίες ανάπτυξης της απασχόλησης που συσχετίζονται με την υλοποίηση επενδύσεων μεγάλου κόστους και βαριάς μορφής. Παρόλα αυτά, σήμερα οι περισσότερες δημόσιες υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων και των τοπικών αρχών διοίκησης, όπως επίσης και οι επιχειρήσεις και βιομηχανίες βρίσκονται εγκατεστημένες στα μεγάλα αστικά κέντρα, τα οποία έχουν σημαντική οικιστική πυκνότητα. Κατά συνέπεια, οι κάτοικοι των επαρχιακών περιοχών πρέπει να μετακινούνται προς τα αστικά κέντρα για να μπορούν να έχουν καλύτερες δυνατότητες απασχόλησης. Αυτό οδηγεί σε μία βαθμιαία υποβάθμιση του ρόλου των επαρχιακών περιοχών στην οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη της χώρας, η οποία συνοδεύεται και από μία μη ελεγχόμενη ανάπτυξη και επέκταση των αστικών κέντρων. Η τηλεργασία στην Ελλάδα τον τελευταίο καιρό, τράβηξε την προσοχή του κράτους, του ιδιωτικού τομέα και των συνδικάτων. Η αλλαγή στάσης βασίστηκε κυρίως στην εκτεταμένη χρήση των πολλά υποσχόμενων νέων τεχνολογιών, καθώς και στα προσδοκώμενα οφέλη από την χρήση της τηλεργασίας ως εναλλακτικής μορφής απασχόλησης (Ρωμανιάς 2002).
  • Η προσωρινή απασχόληση θεσμοθετήθηκε σχετικά πρόσφατα, με τον ν.2956/2001, ο οποίος ρυθμίζει τους όρους λειτουργίας των Εταιρειών Προσωρινής Απασχόλησης, που αποτελούν τον άμεσο εργοδότη, και τα εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα των προσωρινά απασχολουμένων.
  • Η εποχιακή απασχόληση ή συμβάσεις ορισμένου χρόνου κινείται σε σχετικά υψηλά επίπεδα στην Ελλάδα, 12,6% της συνολικής απασχόλησης, και είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη
  • Η ΣΟΧ αποτελεί τη συνηθέστερη πρακτική ευελιξίας της εργασίας στην Ελλάδα και συνιστά την πλέον διαδεδομένη έκφραση της προσωρινής απασχόλησης. (Πηγή: Σ.ΕΠ.Ε., Έκθεση Πεπραγμένων 2004)

Μορφές Ευέλικτης Απασχόλησης(Flexible Working)

Μερική απασχόληση

Η απασχόληση ενός ατόμου με σχέση μισθωτής εξαρτημένης εργασίας, με ωράριο μειωμένο σε σχέση με το ωράριο που ισχύει για τους πλήρως απασχολούμενους, οι οποίοι εργάζονται επίσης ως μισθωτοί στο ίδιο ή παρεμφερές αντικείμενο ή επάγγελμα. Ως βάση σύγκρισης μπορεί να τεθεί ο χρόνος απασχόλησης σε ημερήσια, εβδομαδιαία, μηνιαία ή και ετήσια βάση, αλλά συνηθέστερα ο χρονικός υπολογισμός για τον προσδιορισμό μιας σχέσης εργασίας ως μερικής απασχόλησης γίνεται σε ημερήσια ή εβδομαδιαία βάση.

Προσωρινή απασχόληση

Οι επιχειρήσεις στρέφονται στην πρόσληψη προσωπικού για προσωρινό διάστημα, λόγω πρόσκαιρης αύξησης του φόρτου εργασίας ή ανεπάρκειας του μόνιμου προσωπικού τους. Στην πράξη η προσωρινή απασχόληση εκφράζεται μέσω των συμβάσεων ορισμένου χρόνου οι οποίες προβλέπουν λήξη της σχέσης εργασίας μετά από ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
Η προσωρινή απασχόληση με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου παίρνει συχνά τη μορφή εποχιακής ή περιοδικής απασχόλησης που σε τουριστικές χώρες όπως η Ελλάδα, αποτελεί κυρίαρχη μορφή εργοδότησης τους καλοκαιρινούς μήνες.

Σύμβαση Ορισμένου Χρόνου (ΣΟΧ)

Κυριότερη έκφρασή της προσωρινής απασχόλησης είναι η σύμβαση ορισμένου χρόνου (ΣΟΧ). Η ΣΟΧ είναι μια σύμβαση εργασίας για μια συγκεκριμένη περίοδο που ορίζεται εξ αρχής. Όταν η ημερομηνία παρέλθει η συνεργασία λύεται χωρίς να υπάρχει υποχρέωση του εργοδότη για καταβολή αποζημίωσης. Διαφέρει από την «τυπική σχέση εργασίας» ως προς τη διαδικασία λύσης της σύμβασης και τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτή. Αυτό σημαίνει ότι η σχέση λύεται αυτοδίκαια μόλις παρέλθει το χρονικό διάστημα που είχε προβλεφθεί κατά τη σύναψή της, χωρίς να γίνει καταγγελία από τον εργοδότη ή τον εργαζόμενο. Αν μετά τη λήξη της συμφωνηθεί ρητά ή σιωπηρά η συνέχισή της, μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου (ΣΑΧ). Εάν κάποιο από τα μέρη θελήσει να λύσει τη σύμβαση πριν από τη λήξη της, πρέπει να αποδείξει ότι έχει σοβαρό λόγο διαφορετικά οφείλει αποζημίωση στον άλλο (Γεωργακοπούλου 1997).

Εποχική απασχόληση

Επιμέρους έκφραση της προσωρινής απασχόλησης, που εκδηλώνεται συνήθως με τον τύπο συμβάσεως ορισμένου χρόνου, θεωρείται και η εποχική απασχόληση. Η ιδιομορφία της έγκειται στο ότι η μορφή αυτή απασχόλησης συνδέεται με την εποχικότητα της δραστηριότητας των επιχειρήσεων σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους κατά τη διάρκεια του έτους. Το εποχικό προσωπικό μπορεί να καλύπτει είτε πάγιες ανάγκες αμιγώς εποχικών επιχειρήσεων είτε έκτακτες ανάγκες επιχειρήσεων που παρουσιάζουν ιδιαίτερη δραστηριότητα σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους και οι οποίες δεν καλύπτονται από το σταθερώς απασχολούμενο προσωπικό (Κουζής 2001).
Οι εποχιακά απασχολούμενοι εργάζονται για μικρότερα χρονικά διαστήματα σε ετήσια βάση. Δεν είναι μερικώς απασχολούμενοι με τη συνήθη έννοια του όρου, εκτός αν εργάζονται λιγότερες ώρες την ημέρα κατά τη διάρκεια απασχόλησης τους (International Labour Office 1989).
Στην εποχιακή απασχόληση υπάρχει δεδομένη εναλλαγή περιόδων εργασίας και μη εργασίας, αλλά αυτή δε γίνεται σε ημερήσια, εβδομαδιαία ή ετήσια βάση, αλλά ούτε στα πλαίσια μιας ενιαίας σύμβασης. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που ο νόμος προβλέπει μια σχετική προτεραιότητα του εποχικά εργαζόμενου για επαναπρόσληψη από την ίδια επιχείρηση, κατά την επόμενη περίοδο (Γεωργακοπούλου 1997).

Δανεισμός εργαζομένων

Συνήθως γίνεται μεταξύ εταιρειών που ανήκουν στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων. Στις περιπτώσεις αυτές ένας εργαζόμενος που έχει προσληφθεί για να παρέχει τις υπηρεσίες του σε συγκεκριμένο εργοδότη, υπάγεται για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στο δικαίωμα ενός τρίτου εργοδότη να καθορίσει τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας του, χωρίς κατ’ ανάγκη ο αρχικός εργοδότης να εισπράττει κάποια αμοιβή, (Α. Λυμπεράκη, Γ. Δενδρινός)

Κατά επιχείρηση δανεισμός προσωπικού μέσω πρακτορείων απασχόλησης

Ιδιαίτερη μορφή του δανεισμού αποτελεί ο κατά επιχείρηση δανεισμός προσωπικού μέσω πρακτορείων απασχόλησης. Τα πρακτορεία ασκούν κερδοσκοπική δραστηριότητα, δηλαδή προσλαμβάνουν για λογαριασμό τους προσωπικό και το παραχωρούν -έναντι αμοιβής- για ορισμένο χρονικό διάστημα σε άλλες επιχειρήσεις προκειμένου να καλύψουν προσωρινές ανάγκες τους. Έτσι, τις απαλλάσσουν από τη χρονοβόρα διαδικασία αναζήτησης εργατικού δυναμικού.
Το προσωρινώς δανειζόμενο προσωπικό δεν συμβάλλει, κατά κανόνα, με τη δανειζόμενη επιχείρηση, παρά το ότι η τελευταία ασκεί ουσιαστικά το μεγαλύτερο μέρος ή το σύνολο του διευθυντικού δικαιώματος, εφόσον για το διάστημα που απασχολείται σε αυτή ο εργαζόμενος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της.

Απασχόληση προσωπικού εργολαβικής επιχείρησης

Στην απασχόληση προσωπικού εργολαβικής επιχείρησης, ο οργανισμός αναθέτει -υπό μορφή εργολαβίας- μέρος της λειτουργίας του σε εργολαβική εταιρία, η οποία παρέχει τις σχετικές υπηρεσίες σε προσωρινή ή μόνιμη βάση, στις εγκαταστάσεις της αναθέτουσας το έργο, αλλά με δικό της προσωπικό. Έτσι, εργοδότης θεωρείται η εργολαβική επιχείρηση και υπάρχει δανεισμός υπηρεσιών που προσφέρονται από αυτή, και όχι προσωπικός δανεισμός. Η εργολαβική επιχείρηση ασκεί προφανώς και το διευθυντικό δικαίωμα.(Κουζής 2001).

Απασχόληση προσωπικού στο πλαίσιο λειτουργίας δικτύων επιχειρήσεων

Στην απασχόληση προσωπικού στο πλαίσιο λειτουργίας δικτύων επιχειρήσεων, το προσωπικό προσλαμβάνεται από τον κεντρικό οργανισμό ενός δικτύου επιχειρήσεων και παρέχει τις υπηρεσίες του και σε αυτόν και στις επιμέρους επιχειρήσεις – μέλη του δικτύου, ανάλογα με τις ανάγκες καθενός από αυτά. Η ευελιξία έγκειται στο ότι ο εργαζόμενος δεν απασχολείται σε μια και μόνη επιχείρηση, αλλά σε ένα ευρύτερο αριθμό επιχειρήσεων που συναπαρτίζουν το δίκτυο.
Ο απασχολούμενος ενδέχεται να μη συμβάλλεται με το δίκτυο με σύμβαση εργασίας, αλλά με σύμβαση δραστηριότητας, στης οποίας το πλαίσιο περιλαμβάνονται η απασχόληση σε επιχειρήσεις του δικτύου, η επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτισή του κ.τ.λ. (Κουζής 2001).

Διευθέτηση του χρόνου εργασίας

Γενικά εμφανίζεται ως αυξομείωση εργάσιμων ωρών για μια χρονική περίοδο ανάλογα με τις ανάγκες της επιχείρησης με πολλές μορφές οι κυριότερες από τις οποίες είναι:

Εργασία σε βάρδιες,

όπου οι ώρες λειτουργίας της επιχείρησης υπερβαίνουν το ωράριο των εργαζομένων οι οποίοι μπορεί να εργάζονται είτε σε συνεχόμενες βάρδιες (αφορά 24ώρη λειτουργία επιχειρήσεων), είτε σε ημι-συνεχόμενες (24ώρη λειτουργία, μόνο τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας), είτε σε διακεκομμένες (αφορά τη λειτουργία επιχειρήσεων για λιγότερες από 24 ώρες ημερησίως και με μια τουλάχιστον ημέρα αργίας την εβδομάδα).

Ατομικοί λογαριασμοί χρόνου εργασίας:

  • Ο χρόνος εργασίας του κάθε εργαζόμενου τηρείται συνολικά σε ετήσια βάση και υπάρχει
  • δυνατότητα κατανομής – «κατανάλωσης» του, ανάλογα με τις ανάγκες της επιχείρησης ή / και τις επιθυμίες του εργαζόμενου, έτσι ώστε περίοδοι εντατικής απασχόλησης να εναλλάσσονται
  • με περιόδους αδείας ή / και μειωμένου ωραρίου, για τις οποίες δεν προβλέπεται αυξομείωση των αποδοχών
  • Επέκταση των ωρών λειτουργίας των επιχειρήσεων με αύξηση του χρόνου υπερωριών ή υπερεργασίας του προσωπικού
  • Επέκταση των ωρών λειτουργίας της επιχείρησης με ταυτόχρονη υπερωριακή απασχόληση του προσωπικού, ή / και απασχόληση του τα Σαββατοκύριακα, νυχτερινές ώρες, ή πέραν του νομίμου χρόνου εργασίας.
  • Διακεκομμένη απασχόληση: με κατανομή του χρόνου εργασίας σε μη τακτικά διαστήματα ή σε μη καθοριζόμενες εξ αρχής περιόδους, ανάλογα με τη διαμόρφωση της ζήτησης για προϊόντα και υπηρεσίες της επιχείρησης
  • Κλιμακωτό ωράριο απασχόλησης: κατά το οποίο μεμονωμένοι εργαζόμενοι ή ομάδες εργαζομένων συμφωνούν να αρχίζουν και να σταματούν την εργασία τους σε διαφορετική ώρα, αλλά με το ίδιο καθορισμένο ωράριο εργασίας, ώστε η επιχείρηση να λειτουργεί περισσότερες ώρες (π.χ. ορισμένοι εργαζόμενοι εργάζονται 07:00 – 15:00, άλλοι 08:00 – 16:00, άλλοι 09:00 – 17:00, κ.ο.κ.).
  • Ευέλικτο ωράριο απασχόλησης: κατά το οποίο οι εργαζόμενοι αποφασίζουν την ώρα προσέλευσης και αποχώρησης, καλύπτοντας όμως έναν βασικό πυρήνα ωρών εργασίας (π.χ. 11:00 – 16:00, όπου η ώρα προσέλευσης μπορεί να είναι από τις 08:00 έως τις 11:00 και η ώρα αποχώρησης από τις 16:00 έως τις 19:00)
  • Συμπιεσμένες ώρες εργασίας: όπου το νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο (π.χ. 40 ώρες εργασίας) συμπιέζεται σε λιγότερες από τις προβλεπόμενες ημέρες εργασίας (3 ή 4 ημέρες)
  • Ομάδες εργασίας με αυτόνομο ωράριο: όπου οι εργαζόμενοι μιας επιχείρησης κατανέμονται σε ομάδες εργασίας στις οποίες ανατίθενται συγκεκριμένα καθήκοντα με διαφοροποιήσεις μεταξύ τους στις εβδομαδιαίες ώρες εργασίας, οι οποίες ορίζονται ως αναγκαίες για την εκπλήρωση του καθήκοντος – στόχου αυτού.
  • «Διάδρομοι χρόνου» – time corridors: όπου σε νομοθετικό επίπεδο ή συνηθέστερα σε επίπεδο συλλογικής σύμβασης εργασίας ορίζεται μόνο ο ανώτατος και ο ελάχιστος χρόνος εργασίας (π.χ. από 30 έως 40 ώρες ανά εβδομάδα). Οι επιχειρήσεις και τα μεμονωμένα επιχειρησιακά εργασιακά συμβούλια συναποφασίζουν στη συνέχεια τον ακριβή χρόνο εργασίας, στο πλαίσιο του «διαδρόμου» αυτού (από 30 – 40 ώρες εργασίας)

Διαμοιρασμός θέσης εργασίας (job sharing)

Το job sharing συνίσταται στο μοίρασμα μιας θέσης εργασίας πλήρους απασχόλησης σε δύο εργαζόμενους μερικής απασχόλησης. Συνήθως,το μοίρασμα αυτό περιλαμβάνει όλο το πλέγμα των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της θέσης εργασίας, δηλ. τις ώρες απασχόλησης, την αμοιβή, τα επιδόματα και τις άδειες. Συχνά το μοίρασμα αφορά και τον χώρο και τον εξοπλισμό εκτέλεσης της εργασίας, που είναι κοινοί και για τους δύο εργαζόμενους.

Διαμοιρασμός χρόνου εργασίας (work sharing)

Η διευθέτηση αυτή υιοθετείται συχνά στο πλαίσιο αναδιαρθρώσεων επιχειρήσεων και προκειμένου να αποφευχθούν απολύσεις. Στη μορφή αυτή ο συνολικός χρόνος εργασίας που είναι απαραίτητος για τη λειτουργία μιας επιχείρησης «μοιράζεται» – κατανέμεται στους εργαζόμενους που απασχολεί, στους οποίους μειώνονται αντίστοιχα οι αποδοχές, με παράλληλη όμως εγγύηση των θέσεων εργασίας τους.

Εργασία με το κομμάτι – φασόν – ή υπεργολαβία

Η εφαρμογή της συγκεκριμένης μορφής απασχόλησης ξεκίνησε από την κλωστοϋφαντουργία και αναφέρεται σε ποιοτική ευελιξία σε σχέση με το χώρο εργασίας. Στις περιπτώσεις αυτές οι εργαζόμενοι εργάζονται σε δικούς τους χώρους, παράγοντας με μέσα του εργοδότη ή και δικά τους τα προϊόντα που διακινεί η εργοδότρια επιχείρηση.

Τηλεργασία

Η τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών έχουν επηρεάσει με πολλούς τρόπους το σύγχρονο παραγωγικό και εργασιακό υπόδειγμα. Η πλέον άμεση μορφή ευέλικτης απασχόλησης που στηρίζεται στις τεχνολογίες αυτές είναι η τηλεργασία, η οποία επιτρέπει στον εργαζόμενο, να παράγει όλο το έργο που του ζητήθηκε, αποκλειστικά από το σπίτι του, ή από το φυσικό χώρο που επιλέγει ο ίδιος, χρησιμοποιώντας τις δυνατότητες που προσφέρουν οι σύγχρονες τεχνολογίες της πληροφορικής και των επικοινωνιών

Διαθεσιμότητα Εργασίας (on call work)

Σύμφωνα με τη μορφή αυτή απασχόλησης η εργασία παρέχεται ανάλογα με τις ανάγκες της επιχείρησης. Ο βαθμός ευελιξίας στη συγκεκριμένη περίπτωση διαφέρει και μπορεί να αφορά από περιπτώσεις όπου οι εργαζόμενοι κατά τη διάρκεια μιας βάρδιας ή μιας περιόδου εργασίας, δεν χρειάζεται να εμφανιστούν στο χώρο εργασίας, αλλά είναι διαθέσιμοι μόλις κληθούν, μέχρι περιπτώσεις όπου οι εργαζόμενοι απασχολούνται κανονικά μόνο σε περιόδους αυξημένων αναγκών και σταματούν να εργάζονται και να πληρώνονται σε άλλες περιόδους μειωμένων αναγκών (περιοδική διαθεσιμότητα και επαναπρόσληψη).

Κυκλική Εργασία

Η τεχνική της κυκλικής εργασίας (Job Rotation) που εφαρμόζεται κυρίως για να δώσει λύσεις στο χάσμα μεταξύ των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού και των απαιτήσεων των νέων τεχνολογικών και παραγωγικών συνθηκών. Η κυκλική εργασία καλύπτει την απουσία ενός εργαζόμενου για συμμετοχή σε πρόγραμμα κατάρτισης, μέσω της απασχόλησης ενός ανέργου που εκπαιδεύεται για τις ανάγκες της προσωρινής θέσης εργασίας και στη συνέχεια αναλαμβάνει
καθήκοντα αντικαταστάτη. Η χρονική περίοδος της πρόσληψης του ανέργου αντιστοιχεί στη διάρκεια της κατάρτισης του εργαζομένου.

Μερική Συνταξιοδότηση (Εναλλακτική / Σταδιακή Συνταξιοδότηση)

Σε ορισμένες χώρες, όπου υπάρχει ανάλογο θεσμικό πλαίσιο οι εργαζόμενοι οι οποίοι βρίσκονται κοντά στο ηλικιακό όριο συνταξιοδότησης, ή ενώ δικαιούνται να λάβουν πλήρη σύνταξη επιθυμούν να συνεχίσουν να εργάζονται, μπορούν να λάβουν ένα ποσό που αντιστοιχεί σε ένα ποσοστό των συντάξιμων αποδοχών τους και παράλληλα να διευθετήσουν το χρόνο εργασίας τους, έτσι ώστε να εργάζονται, ως μερικώς απασχολούμενοι, λιγότερες ώρες σε μηνιαία ή εβδομαδιαία βάση. Με αυτό τον τρόπο παράλληλα με την ενθάρρυνση της επιμήκυνσης του εργάσιμου βίου και την προσαρμογή του εργάσιμου του χρόνου στις ανάγκες των εργαζομένων, οι επιχειρήσεις μπορούν να επωφελούνται από την εμπειρία των μεγαλύτερων εργαζόμενων, να ανανεώνουν με ομαλό τρόπο το προσωπικό τους μεγαλύτερης ηλικίας, διατηρώντας σε υψηλό βαθμό την παραγωγικότητα της εργασίας.

Ευέλικτα εργάσιμα χρόνια

Η συγκεκριμένη διευθέτηση αναφέρεται στη δυνατότητα εναλλαγής περιόδων εργασίας – σταδιοδρομίας, με περιόδους άδειας για εκπαιδευτικούς (εκπαιδευτική άδεια), οικογενειακούς (γονική άδεια) και επαγγελματικούς – ερευνητικούς (εκτεταμένη πληρωμένη άδεια – sabbatical – με διατήρηση του δικαιώματος επιστροφής στην ίδια θέση, συνήθως σε πανεπιστημιακούς ή ανώτερα στελέχη) λόγους.

Συμβοηθούντα μέλη οικογενείας

Ο όρος «συμβοηθούντα μέλη οικογενείας» χρησιμοποιείται γενικά για την κάλυψη –σε αδρές γραμμές- τριών κατηγοριών οικονομικά ενεργών ατόμων:

  • τις γυναίκες που εργάζονται σε οικογενειακές επιχειρήσεις,
  • τους συγγενείς που εργάζονται σε επιχειρήσεις της οικογένειάς τους,
  • τους βοηθούς που εργάζονται χωρίς σύμβαση εργασίας σε έναν αυτοαπασχολούμενο.

Αυτή η μορφή μη αμειβόμενης απασχόλησης στην Ελλάδα αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό ποσοστό γυναικείας απασχόλησης. Η πλειοψηφία των γυναικών με αυτή τη μορφή απασχόλησης βοηθούν τους συζύγους τους ή τους συγγενείς τους στις οικογενειακές επιχειρήσεις, αναλαμβάνοντας εργασία κατ’ οίκον σε άτακτα χρονικά διαστήματα ή απασχολούμενες σε εποχιακή βάση στον τομέα του τουρισμού.
Τα συμβοηθούντα μέλη οικογένειας προστατεύονται λίγο από την κοινωνική ή την εργατική νομοθεσία, εκτός αν υπαχθούν σε καθεστώς αυτοαπασχόλησης ή εάν αποκτήσουν δικαιώματα κοινωνικής ασφάλισης από την απασχόληση του συζύγου τους, όπως έχουν τη δυνατότητα να κάνουν στην Ελλάδα (Ντούλια & Δόλγυρα 1997).

Πηγή

Εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, το περιεχόμενο αυτής της σελίδας διανέμεται σύμφωνα με την άδεια Creative Commons Attribution-ShareAlike 3.0 License